διαρρωγή

διαρρωγή, ,
A gap, interstice, left in applying a bandage, Hp.Art. 35.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαρρωγή — διαρρωγή, η (Α) χάσμα, κενό που αφήνεται κατά την επίδεση με επίδεσμο …   Dictionary of Greek

  • ρωγή — ἡ, Α ρήγμα, χάσμα γης («ῥωγαί ῥήξεις», Ησύχ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ετεροιωμένη βαθμίδα ῥωγ τού ῥήγνυμι*. Ο τ. απαντά βασικά στο σύνθ. διαρρωγή] …   Dictionary of Greek

  • διαρρωγάς — διαρρωγά̱ς , διαρρωγή gap fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.